Αξιολογώντας την Αντίληψη

(Εισαγωγικό σημείωμα: αυτό θα είναι το πρώτο άρθρο του blog μου, με την ελπίδα ότι θα υπάρχει χρόνος και έμπνευση για επόμενα. Τα άρθρα θα συνοδεύονται με μια εικόνα από τον χώρο των τεχνών. Στα αγγλικά, τη μετάφραση την ανέλαβε ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο).

Μιλώντας για την αντίληψη των πραγμάτων και την επίγνωση του εσωτερικού μας κόσμου – γράφοντας πάντα με τη δική μου ιδιότητα και όχι με αυτή του ειδικού – , η ικανότητα να κατανοούμε τον εαυτό μας δεν αφορά μόνο την ενδοσκόπηση. Μας βοηθά να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τον κόσμο γύρω μας, να αξιολογούμε όσα συμβαίνουν και να συνδεόμαστε ουσιαστικότερα με τους άλλους. Είναι, ίσως, ένα βασικό στοιχείο για να μπορούμε να συμμετέχουμε ως ενεργά και υπεύθυνα μέλη μιας κοινωνίας που διαρκώς εξελίσσεται.

Αν θέλεις να καταλάβεις καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται κάποιος, μπορείς να ξεκινήσεις ρωτώντας τον τι ψήφισε. Όχι επειδή η ψήφος αρκεί για να κρίνει την αντίληψή του, αλλά επειδή ο τρόπος με τον οποίο αιτιολογεί τις επιλογές του αποκαλύπτει πολλά για τα κριτήριά του. Και αν θέλεις να προχωρήσεις λίγο βαθύτερα, αρκεί να του ζητήσεις τη γνώμη του για τον Άδωνι.

Υπό αυτό το πρίσμα, είμαι πολύ χαρούμενος που η αντίληψη μου είναι – υποκειμενικά πάντα- καλύτερη από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

Μιλώντας με νούμερα: υπάρχει ένα 40,56% (συν εκείνο το 50% σε εκείνο το νησί όπου οι καρότσες έγιναν ασθενοφόρα) του πληθυσμού της Ελλάδας, το οποίο είπε «ναι» στη συνέχιση της διαφθοράς και στην υποτίμηση της νοημοσύνης του πολίτη – ή απλώς πείστηκε ότι δεν υπάρχει καλύτερη επιλογή “γιατί αλλιώς θα καταστραφεί η Ελλάδα”.

Υπάρχει βέβαια και το 59,44% που είπε “όχι”. Όμως υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα: στις μικρές κοινωνίες, ένα κομμάτι αυτού του 59%, ενώ δηλώνει αντίθετο με την ψήφο του, συνεχίζει να στηρίζει τα στελέχη του 40%, μη αντιλαμβανόμενο (ή αγνοώντας) ότι έτσι λέει έμμεσα “ναι”.

Αν το καλοσκεφτείς, τελικά οι 9 στους 10, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αναπαράγει το ίδιο σύστημα, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε χωρίς να αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή του σε αυτό. Και μένεις εσύ, μαζί με άλλους εννέα, να αναρωτιέσαι αν ζεις σε έναν άλλο κόσμο. Μπορείς να πας κόντρα σε ένα τέτοιο πληθυσμιακό νούμερο χωρίς να σε αφορίσουν; Μάλλον όχι. Μένεις σχεδόν μόνος σου, αλλά με την κρυφή ικανοποίηση ότι ανήκεις σε εκείνη τη θρυλική, μειοψηφική «σωστή πλευρά της ιστορίας» – παρέα με τον Καποδίστρια, τον Γλέζο, τη Μερκούρη και άλλους γραφικούς της εκάστοτε εποχής. Δυστυχώς, ως λαός, το έχουμε ξαναδεί αυτό το έργο. Και το παίζουμε πολύ καλά.

Θα κάνω μια παύση.

Αν ήμουν σε αίθουσα και τα έλεγα προφορικά, θα σταματούσα για λίγο να σηκώσω το κεφάλι και να δω πόσοι είχαν προσβληθεί, ή ακόμα χειρότερα, πόσοι ήταν έτοιμοι να με πετάξουν έξω. Γιατί σίγουρα υπάρχει μια αδικία στα γραφόμενά μου. Οπότε, τώρα που έχω το πλεονέκτημα της γραφής –κατά συνέπεια τη δυνατότητα ανασύνταξης από τη μεριά μου και την πίστωση χρόνου από τη μεριά του αναγνώστη–, ας το εκμεταλλευθώ.

Αναφορικά με το πώς κάποιος καταλήγει γρανάζι του συστήματος, ας δούμε μερικά βιωματικά παραδείγματα.

Έχω παρακολουθήσει αμέτρητους προεκλογικούς αγώνες, δημοτικούς και εθνικούς. Προεκλογικά, έχω δει το πάθος νέων και άπειρων ανθρώπων να ριχτούν στον στίβο της πολιτικής. Πάθος να προσφέρει ο καθένας στο αντικείμενό του: στον αθλητισμό, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό.

Αυτό, βέβαια, μέχρι να εκλεγούν και να μπουν στα βαθιά. Εκεί καραδοκεί η σκληρή πραγματικότητα, η οποία  ξεκαθαρίζει ότι η θέληση για προσφορά είναι το τελευταίο που χρειάζονται. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να γίνεις πιστός στρατιώτης. Αν δεν το κάνεις, πώς θα βοηθήσεις τον εαυτό σου και την οικογένειά σου; Αναγκάζεσαι –ή σε αναγκάζουν– να γίνεις μέρος του προβλήματος. Είτε νιώθοντας έμμεσα απειλούμενος ότι θα μείνεις στο περιθώριο χωρίς τη βοήθεια που έχουν οι υπόλοιποι, είτε γιατί δεν θα έχεις τις παραπάνω ευκαιρίες που θα ήθελες για να εξελιχθείς. Έτσι, μαθαίνεις μέσα σε όλα να υιοθετείς χαρακτηριστικά που παλιότερα θα λέγαμε ότι είναι σημάδια ανικανότητας, ενώ σήμερα είναι ακριβώς αυτά που θα σε πάνε ψηλά. Είναι το κλασικό παράδειγμα των πολιτών που χάλασαν, έμαθαν τον τρόπο. Και πλέον ακόμη και οι αντίπαλοι που στηρίζουμε λειτουργούν ακριβώς έτσι, γιατί αλλιώς ξέρουν ότι δεν θα νικήσουν ποτέ. Το θέμα μετατοπίζεται αποκλειστικά στον εγωισμό και στην επιβίωση, όχι στην προσφορά.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι αρκετοί άνθρωποι δεν μπαίνουν εξαρχής σε ένα σύστημα με σκοπό να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα. Μπορεί να ξεκινούν με πραγματική διάθεση προσφοράς και, στην πορεία, να καταλήγουν να λειτουργούν με όρους που κάποτε θα απέρριπταν. Μικροί συμβιβασμοί, σιωπές και δικαιολογίες για συμπεριφορές που παλιότερα θα καταδίκαζαν γίνονται σταδιακά μέρος της καθημερινότητάς τους. Η ανάγκη να διατηρήσουν τη θέση τους, να προστατεύσουν την οικογένειά τους ή να μην αποκλειστούν από ευκαιρίες μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το τι θεωρούν σωστό σε αυτό που τους εξυπηρετεί. Και όταν ένα περιβάλλον επιβραβεύει τη σιωπή, τις γνωριμίες και την αποφυγή ευθυνών, ενώ τιμωρεί τη διαφωνία, η προσαρμογή γίνεται σχεδόν αυτονόητη. Έτσι, το σύστημα δεν αναπαράγεται μόνο από εκείνους που το ελέγχουν, αλλά και από όσους μαθαίνουν να λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες του, ακόμη κι όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με τις αρχικές τους αξίες.

Το δυσκολότερο, ωστόσο, είναι να αναγνωρίσουμε αυτή τη μετατόπιση στον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι εύκολο να καταδικάζουμε την υποκρισία και την ιδιοτέλεια των άλλων, αλλά πολύ δυσκολότερο όταν η δική μας σιωπή μάς προστατεύει ή ένας συμβιβασμός μάς προσφέρει κάποιο όφελος. Εκεί δοκιμάζονται πραγματικά οι αξίες μας: όχι όταν υπερασπιζόμαστε το σωστό χωρίς να διακινδυνεύουμε τίποτα, αλλά όταν καλούμαστε να το υπερασπιστούμε με προσωπικό κόστος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν την ίδια ευθύνη ή την ίδια ελευθερία να αντιδράσουν. Σημαίνει, όμως, ότι αξίζει να αναρωτηθούμε πόσες φορές συμβάλλουμε στη διαιώνιση μιας κατάστασης που καταγγέλλουμε, επειδή έχουμε πειστεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Τελικά, ένα σύστημα δεν χρειάζεται να αλλάξει τις αξίες όλων των ανθρώπων, αρκεί να τους κάνει να πιστέψουν ότι είναι πολύ ακριβό – ή τιμωρητικό – να τις εφαρμόζουν.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αγνοήσουμε τον ρόλο της συστηματικής εξαπάτησης και της παραπληροφόρησης στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η αντίληψη των πολιτών. Γιατί αυτό το επίπεδο εξαπάτησης και κοροϊδίας δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία. Με κάθε μέσο –κίτρινο τύπο, social media, κυβερνητικούς εντεταλμένους σε τοπικό επίπεδο, χαϊδεύοντας το εγώ του καθενός, σπέρνοντας φόβο και συνειδητή παραπληροφόρηση (μια λέξη που ταιρίαζει, είναι η disinformation, η εσκεμμένη δηλαδή προπαγάνδα)– σε βομβαρδίζουν μέχρι να σε πείσουν.

Και πώς καταλήγει αυτό στην πράξη; Στο δρόμο συναντάς ανθρώπους να παραμιλούν τρέχοντας, φωνάζοντας το όνομα του Άδωνι και επαναλαμβάνοντας όλα τα «θαύματα» που έχει κάνει στο σύστημα υγείας, πώς τάχα κατάφερε και έσωσε τις ζωές δικών τους ανθρώπων. Ενώ την ίδια ώρα, στους εμπνευστές αυτής της εξαπάτησης να τρέχουν τα σάλια από την ηδονή της επιτυχίας τους, την ώρα που μοντάρουν και διασύρουν τις προσωπικές στιγμές των άλλων.

Πλέον, όπως έλεγα, σε όσους κάνουν προσπάθειες να κρατήσουν ένα καλό επίπεδο αντίληψης, για να μην γίνει εν τέλει αυτό, υπάρχουν και οι ταμπέλες: του «αριστερού», του «φίλου του Τσίπρα», του «τρελού» – οποιαδήποτε ταμπέλα μπορεί τη δεδομένη στιγμή να διαφθείρει και να αλλοιώσει την ελεύθερη φωνή που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον διάλογο. Ο στόχος είναι ένας: να διχάσουν και να διασπάσουν τον πληθυσμό σε στρατόπεδα, ( το βιβλίο, “Κατασκευάζοντας τη συναίνεση” των Edward S. Herman και Noam Chomsky θα μπορούσε να είναι ένας καλός οδηγός).

Έτσι, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους καταλήγουν να πιστεύουν ένα ή περισσότερα από τα αφηγήματά τους:

  • Ο Τσίπρας έφερε μόνος του τα μνημόνια και κατέστρεψε τη χώρα, ενώ οι τωρινοί μας έσωσαν.
  • Τα Τέμπη είναι απλώς μια θεωρία συνωμοσίας για να πέσει η κυβέρνηση.
  • Οι υποκλοπές ήταν εντελώς νόμιμες και γίνονταν για την εθνική μας ασφάλεια.
  • Η Ελλάδα κάνει τεράστια βήματα μπροστά και μας ζηλεύει όλη η Ευρώπη.
  • Υπάρχει απόλυτη ελευθερία τύπου και πολυφωνία στην ενημέρωση.
  • Η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων είναι στα ύψη και τα σούπερ μάρκετ είναι φτηνά.
  • Δεν υπάρχει καμία ακρίβεια, είναι απλώς ιδέα μας ή φταίει ο Πούτιν.
  • Υπάρχει ισχυρή και αδιάφθορη δικαιοσύνη για όλους.  
  • Υπάρχει εξαιρετική και υποδειγματική διαχείριση σε κάθε φυσική καταστροφή.
  • Ότι η ανάπτυξη αφορά τους πάντες και όχι μόνο 5-6 μεγάλες οικογένειες και funds.
  • Ότι το ΕΣΥ δεν καταρρέει, απλώς εμείς είμαστε υπερβολικοί και μίζεροι.

Και η λίστα μπορεί να γίνει ατελείωτη.

Όμως, όπως αναφέρθηκε, το πρόβλημα δεν είναι αυτοί που πιστεύουν κάποια ή όλα αυτά, αλλά εκείνοι που τους οδηγούν σε αυτή την αντίληψη.

Το πρόβλημα είναι όσοι έχουν για μεγαλύτερη ικανότητα να καταστρέφουν και να καλλιεργούν το μίσος.

Άνθρωποι που έχουν εχθρό τους την ελεύθερη σκέψη και τον διάλογο.

Σε αυτούς, βασικός στόχος για εκδίκηση και καταστροφή γίνεται ό,τι πάει κόντρα στον εγωισμό τους και στα προσωπικά τους συμφέροντα.

Ακόμα και αν απέναντί τους βρίσκονται πληθυσμιακές ομάδες αποδυναμωμένες, ευάλωτες ή ακόμα και ανήλικες, θα δράσουν χωρίς κανένα ηθικό φραγμό.

Αυτά έμαθαν από τους δικούς τους ανθρώπους. Αυτά θα αφήσουν παρακαταθήκη στους επόμενους.

Προπαγάνδα. Παρακολουθήσεις. Υποκλοπές. Δολοφονία χαρακτήρα. Αφαίρεση δικαιωμάτων. Ενοχοποίηση για κάθε λάθος λέξη. Για κάθε λάθος σκέψη. Και κάπως έτσι, ο φόβος γίνεται το νέο καθεστώς.

Αναζητούν το δίκιο και την αξία για τον σκοπό τους και στα πεπραγμένα τους μέσα από αυτούς στους οποίους έχουν μεταφέρει το εσωτερικό τους μένος.

Σε μια κοινωνία που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της. Που προσπαθεί να αφήσει ένα θετικό αποτύπωμα.

Γιατί;

Για να ταΐσουν τον άρρωστο εγωισμό τους.

Για να υπάρχει απόδειξη ότι κάποιοι άνθρωποι αφιερώνουν τη ζωή τους στο να κάνουν τον κόσμο χειρότερο.

Είναι όμως ένας φαύλος κύκλος. Πώς θα αναγνωρίσεις τέτοιους ανθρώπους, έτσι ώστε να μην τους δώσεις καμία σημασία και να δημιουργήσεις ένα κοινωνικό σύνολο που να μπορεί να σκέφτεται υγιώς, όταν σε αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους δίνεται η δύναμη και ο χώρος να κινούνται ελεύθερα;

Η καλύτερη άμυνα απέναντι σε όλο αυτό είναι η εκπαίδευση. Όχι απλώς εκείνη που μας μαθαίνει να λύνουμε συναρτήσεις, αλλά εκείνη που μας βοηθά να κατανοούμε τον κόσμο γύρω μας, να αμφισβητούμε όσα θεωρούμε δεδομένα και να αξιολογούμε κριτικά τις πληροφορίες που δεχόμαστε. Αυτή είναι και η ουσία της κριτικής παιδαγωγικής: η εκπαίδευση να μην περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων, αλλά να επιδιώκει να καλλιεργήσει την κριτική σκέψη, την κοινωνική συνείδηση και την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τις σχέσεις εξουσίας που επηρεάζουν τη ζωή μας. Να μάθουμε, δηλαδή, όχι μόνο να σκεφτόμαστε, αλλά και να αναρωτιόμαστε ποιος διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε και προς όφελος ποιου. Να αξιολογούμε καταστάσεις και ανθρώπους, να αναγνωρίζουμε τους δικούς μας συμβιβασμούς και να επιδιώκουμε να προσθέτουμε στην κοινωνική αξία, αντί να υπηρετούμε αποκλειστικά τον προσωπικό μας εγωισμό. Βοηθώντας τα παιδιά να αναπτύξουν αυτή την ικανότητα, δεν τους δίνουμε απλώς εφόδια για το μέλλον τους – συμβάλλουμε στη δημιουργία μιας κοινωνίας που μπορεί να σκέφτεται πιο ελεύθερα, να κρίνει πιο ουσιαστικά και να αντιστέκεται ευκολότερα στη χειραγώγηση.

Γιατί η σωστή αξιολόγηση και η καλή αντίληψη είναι έννοιες αλληλένδετες. Δεν μπορείς να έχεις καλή αντίληψη του κόσμου χωρίς σωστή αξιολόγηση, ούτε το αντίστροφο. Και τα δύο είναι θεμέλια για την υγεία μας: για την υγιή σκέψη, για τις σωστές αποφάσεις, για υγιείς κοινωνίες. Ακόμα και η προσπάθεια ενός ατόμου να κρατήσει την κρίση του όρθια, κόντρα στη διαστρέβλωση της πραγματικότητας από τους αρνητικούς παράγοντες, είναι από μόνη της ένα τεράστιο νικηφόρο σημάδι.

Βέβαια, ο τρόπος που αξιολογούμε τα πράγματα μεταβάλλεται διαρκώς με τον χρόνο, επηρεασμένος από τους εξωτερικούς παράγοντες που αλλοιώνουν την οπτική μας. Όταν όμως η παρέκκλιση από την πραγματικότητα γίνει καθεστώς, τα αποτελέσματα είναι ασφυκτικά – χαρακτηριστικό (και ακραίο) παράδειγμα τα όσα ζοφερά βλέπουμε να εκτυλίσσονται ακόμα και σε ταινίες -(ο «Κυνόδοντας» του δικού μας Γιώργου Λάνθιμου είναι ένα από αυτά).

Με αυτά και με αυτά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ψυχοθεραπεία θεωρείται δικαίως το επάγγελμα του μέλλοντος (με τα AI companions έμμεσα να καραδοκούν σαν ψηφιακοί παρηγορητές). Όμως, πριν φτάσουμε να γίνουμε ενήλικες που προσπαθούν να μαζέψουν τα ασυμμάζευτα στο ιατρείο κάποιου ειδικού, είμαστε παιδιά με εύπλαστα μυαλά και ανάγκη καθοδήγησης.

Στην τελική, η διαδρομή του καθενός μας είναι μια αέναη προσπάθεια να βρει τους λόγους για να γίνει αυτό που βαθιά μέσα του είναι. Και η ουσιαστική εκπαίδευση είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που μπορούν να μας βοηθήσουν να βρούμε τον δρόμο.

(φωτογραφία εξωφύλλου: Τεοντόρ Ζερικώ – «Η Σχεδία της Μέδουσας» – (The Raft of the Medusa, 1818–1819))